Όταν ο κόσμος όπως τον γνωρίζαμε καταρρέει, η πραγματική ανθεκτικότητα δεν μοιάζει πάντα με δύναμη. Μπορεί να μοιάζει με φόβο, αποπροσανατολισμό, σωματική ένταση και την αίσθηση ότι χάσαμε το έδαφος κάτω από τα πόδια μας. Σε περιόδους πολέμου, απώλειας, βίαιης αλλαγής ή βαθιάς αβεβαιότητας, δεν κλονίζονται μόνο οι συνθήκες γύρω μας αλλά και οι ρόλοι, οι ταυτότητες και οι ιστορίες που μας έδιναν μέχρι τότε συνοχή. Το σώμα συχνά μιλά πριν προλάβει ο νους να οργανώσει όσα συμβαίνουν: η αναπνοή αλλάζει, το στομάχι σφίγγεται, το μυαλό θολώνει, η θλίψη και ο φόβος συνυπάρχουν. Σε τέτοιες στιγμές, το ζητούμενο δεν είναι να «φανούμε δυνατοί», αλλά να μπορέσουμε να μείνουμε σε επαφή με την εμπειρία χωρίς να μας καταπιεί.
Η σταθερότητα μέσα στην κρίση δεν προκύπτει από ακαμψία, αλλά από ρίζες και ευελιξία. Από την ικανότητα να παρατηρούμε τι συμβαίνει μέσα μας, να επιστρέφουμε στο παρόν και να ξανασυνδεόμαστε με ό,τι παραμένει πραγματικό γύρω μας. Η γείωση δεν εξαφανίζει τη δυσκολία, αλλά δημιουργεί αρκετό χώρο ώστε να μην γίνουμε ένα με αυτήν. Και μέσα σε αυτόν τον χώρο μπορεί, σταδιακά, να γεννηθεί κάτι νέο: επαναπροσδιορισμός, βαθύτερες σχέσεις, διαφορετικές επιλογές, ακόμη και μια νέα αίσθηση νοήματος. Ίσως, λοιπόν, όταν όλα μοιάζουν να διαλύονται, να μην κερδίζουν οι «δυνατοί», αλλά εκείνοι που μπορούν να λυγίσουν χωρίς να σπάσουν και να παραμείνουν αρκετά ανοιχτοί ώστε να δουν ποια νέα ζωή μπορεί να αρχίσει να διαμορφώνεται μέσα από τη ρωγμή.
Το πλήρες άρθρο έχει δημοσιευτεί αρχικά στην Πύλη Ψυχολογίας – Psychology.gr.