Τα ανείπωτα δεν εξαφανίζονται επειδή δεν ειπώθηκαν. Συχνά παραμένουν μέσα μας ως φόβος, ενοχή, θυμός, θλίψη ή μια αίσθηση ότι κάτι έμεινε ανολοκλήρωτο. Όταν ένα παιδί μεγαλώνει σε ένα περιβάλλον όπου η έκφραση δεν είναι ασφαλής, όπου ο πόνος υποτιμάται, τα συναισθήματα απορρίπτονται ή η σιωπή γίνεται όρος επιβίωσης, μαθαίνει σταδιακά να κρύβει τις ανάγκες και τη φωνή του. Αυτή η σιωπή μπορεί αργότερα να μετατραπεί σε τρόπο ζωής: να δυσκολεύεται να ζητήσει βοήθεια, να εκφράσει ευαλωτότητα, να πει ότι πληγώθηκε ή ότι χρειάζεται κάτι από τους άλλους. Έτσι, όσα δεν ειπώθηκαν δεν μένουν απλώς στο παρελθόν, μπορεί να επηρεάζουν την αυτοεκτίμηση, τις σχέσεις, το σώμα και τον τρόπο με τον οποίο συνδεόμαστε ακόμη και χρόνια αργότερα.

Η σιωπή αποκτά ακόμη μεγαλύτερο βάρος όταν περνά από σχέση σε σχέση και από γενιά σε γενιά. Ένας πατέρας που δεν έμαθε ποτέ να εκφράζει τρυφερότητα μπορεί να δυσκολεύεται να τη δείξει στο παιδί του, ένας έρωτας που έμεινε χωρίς λέξεις μπορεί να συνεχίσει να επιστρέφει μέσα από τη μνήμη και την προσδοκία, ενώ ένας παλιός πόνος μπορεί να εμφανίζεται ως άγχος, ένταση ή επαναλαμβανόμενη εσωτερική σύγκρουση. Η θεραπεία δεν απαιτεί πάντα να ειπωθούν όλα σε εκείνους που μας πλήγωσαν, αλλά να βρεθεί ένας ασφαλής χώρος όπου όσα έμειναν μέσα μας μπορούν επιτέλους να αναγνωριστούν, να αποκτήσουν λέξεις και να ακουστούν. Γιατί πολλές φορές δεν μας βαραίνει μόνο αυτό που συνέβη, αλλά και όσα δεν μπορέσαμε ποτέ να πούμε για αυτό.

Το πλήρες άρθρο έχει δημοσιευτεί αρχικά στην Πύλη Ψυχολογίας – Psychology.gr.