Το παράπονο έχει συνήθως πολύ περισσότερα να πει από το «κάτι δεν μου αρέσει». Μπορεί να εκφράζει δυσαρέσκεια, αίσθημα αδυναμίας, ανάγκη για αλλαγή, αλλά και μια βαθύτερη επιθυμία να ακουστούμε και να αναγνωριστεί η εμπειρία μας. Στις σχέσεις, στην οικογένεια, στην εργασία και στην καθημερινή ζωή, δεν παραπονιόμαστε πάντοτε επειδή περιμένουμε μια λύση. Μερικές φορές το παράπονο γίνεται τρόπος σύνδεσης, μια έμμεση διεκδίκηση, μια μορφή αντίστασης ή ακόμη και ένας ασφαλέστερος τρόπος να πούμε κάτι που δυσκολευόμαστε να εκφράσουμε άμεσα. Γι’ αυτό και η απάντηση σε κάθε παράπονο δεν χρειάζεται να είναι συμβουλή. Πίσω από το «έχω κουραστεί», «τίποτα δεν αλλάζει» ή «δεν αντέχω άλλο» μπορεί να κρύβεται ένα πολύ απλούστερο αίτημα: «άκουσέ με, προσπάθησε να καταλάβεις πώς είναι αυτό για μένα».

Το πρόβλημα αρχίζει όταν το παράπονο παύει να λειτουργεί ως μήνυμα και μετατρέπεται σε μόνιμο τρόπο σχέσης με τον κόσμο. Όταν επαναλαμβάνεται χωρίς καμία δυνατότητα μετακίνησης, μπορεί σταδιακά να ενισχύσει την αίσθηση αδυναμίας, να εξαντλήσει τις σχέσεις και να εγκλωβίσει τον άνθρωπο σε μια ταυτότητα οργανωμένη γύρω από όσα δεν λειτουργούν. Το ζητούμενο, επομένως, δεν είναι να σταματήσουμε να παραπονιόμαστε ούτε να χαρακτηρίζουμε κάθε αρνητικό συναίσθημα «τοξικό», αλλά να αναρωτηθούμε τι κάνει το παράπονό μας μέσα στο σύστημα των σχέσεών μας. Μας βοηθά να συνδεθούμε, να διεκδικήσουμε και να αλλάξουμε κάτι ή έχει γίνει υποκατάστατο της δράσης; Ίσως τελικά τα παράπονα να μη χρειάζεται να τελειώσουν. Χρειάζεται όμως να μάθουμε να ακούμε τι προσπαθούν να πουν — και, κυρίως, να αποφασίζουμε τι θα κάνουμε αφού τα ακούσουμε.

Το πλήρες άρθρο έχει δημοσιευτεί αρχικά στην Πύλη Ψυχολογίας – Psychology.gr.