Το «fake it ’til you make it» μπορεί να λειτουργήσει ως χρήσιμη ώθηση όταν μας βοηθά να κινηθούμε πριν νιώσουμε απολύτως έτοιμοι: να πάρουμε τον λόγο, να διεκδικήσουμε χώρο, να δοκιμάσουμε μια νέα συμπεριφορά και μέσα από αυτήν να αποκτήσουμε εμπειρία και αυτοπεποίθηση. Το πρόβλημα αρχίζει όταν το «σαν να» μετατρέπεται σε μόνιμη παράσταση και η αξία μας εξαρτάται από το αν καταφέρνουμε να πείσουμε τους άλλους ότι είμαστε επαρκείς, επιτυχημένοι ή σίγουροι για τον εαυτό μας. Τότε το χάσμα ανάμεσα σε αυτό που πραγματικά βιώνουμε και σε αυτό που πιστεύουμε ότι «θα έπρεπε» να είμαστε μεγαλώνει, τροφοδοτώντας το σύνδρομο του απατεώνα, την ανασφάλεια και την αίσθηση ότι ακόμη και οι επιτυχίες μας δεν μας ανήκουν πραγματικά.

Η ουσιαστική αλλαγή δεν απαιτεί να υποδυθούμε έναν διαφορετικό άνθρωπο, αλλά να πειραματιστούμε με νέους τρόπους ύπαρξης που βρίσκονται πιο κοντά στις αξίες και στις επιθυμίες μας. Από συστημική σκοπιά, ακόμη και μια μικρή αλλαγή στη συμπεριφορά μπορεί να μετακινήσει τον ρόλο μας μέσα στις σχέσεις και να δημιουργήσει νέες εμπειρίες που σταδιακά αλλάζουν τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε τον εαυτό μας. Αυθεντικότητα, επομένως, δεν σημαίνει να μένουμε ακίνητοι επειδή «έτσι είμαστε», ούτε επιτυχία σημαίνει να φτάσουμε σε ένα σημείο όπου οι άλλοι θα επιβεβαιώσουν επιτέλους την αξία μας. Ίσως το πραγματικό ζητούμενο να είναι να πάψουμε να κυνηγάμε μια αόριστη εκδοχή του «τα κατάφερα» και να αρχίσουμε να ζούμε με μεγαλύτερη συνέπεια προς αυτό που έχει πραγματικό νόημα για εμάς.

Το πλήρες άρθρο έχει δημοσιευτεί αρχικά στην Πύλη Ψυχολογίας – Psychology.gr.