Από μικρή ηλικία, πολλοί άνθρωποι μαθαίνουν ότι το κλάμα είναι αδυναμία, υπερβολή ή κάτι που πρέπει να κρύβεται. Έτσι, τα δάκρυα συχνά συνοδεύονται όχι μόνο από το ίδιο το συναίσθημα, αλλά και από ντροπή, φόβο κριτικής ή την ανάγκη να εξηγήσουμε γιατί συγκινηθήκαμε. Κι όμως, το κλάμα δεν εκφράζει μόνο λύπη. Μπορεί να γεννιέται από χαρά, ανακούφιση, ευγνωμοσύνη, θυμό, δέος ή μια ανάγκη για σύνδεση που δεν έχει βρει άλλον τρόπο να εκφραστεί. Όταν το καταπιέζουμε διαρκώς, δεν εξαφανίζουμε το συναίσθημα· απλώς δυσκολεύουμε την επεξεργασία του και αυξάνουμε την εσωτερική ένταση.
Η υγιής έκφραση των δακρύων μπορεί να λειτουργήσει ως μορφή συναισθηματικής αποφόρτισης και αυτοφροντίδας, βοηθώντας το άτομο να αναγνωρίσει, να αντέξει και να επεξεργαστεί όσα νιώθει. Τα δάκρυα έχουν τόσο ενδοπροσωπική όσο και διαπροσωπική λειτουργία: μας βοηθούν να ρυθμίσουμε το συναίσθημά μας, αλλά και να επικοινωνήσουμε μη λεκτικά την ανάγκη για στήριξη, εγγύτητα ή κατανόηση. Το ζητούμενο δεν είναι να κλαίμε περισσότερο ή λιγότερο, αλλά να μπορούμε να αφήνουμε το συναίσθημα να υπάρχει χωρίς να το ντρεπόμαστε και χωρίς να το μεταφράζουμε αυτόματα ως αδυναμία. Μερικές φορές, το να επιτρέψουμε στα δάκρυα να έρθουν είναι ένας τρόπος να φροντίσουμε πραγματικά τον εαυτό μας.
Το πλήρες άρθρο έχει δημοσιευτεί αρχικά στην Πύλη Ψυχολογίας – Psychology.gr.