Η υπόσχεση «δεν θα γίνω σαν τους γονείς μου» είναι συχνά η αφετηρία μιας βαθιάς προσπάθειας να αλλάξει η οικογενειακή ιστορία, όμως από μόνη της δεν αρκεί. Όταν κάποιος έχει μεγαλώσει μέσα σε συναισθηματική απόσταση, έλεγχο, παραμέληση ή κακοποίηση, μπορεί να γνωρίζει πολύ καλά τι δεν θέλει να επαναλάβει, χωρίς όμως να έχει ένα καθαρό εσωτερικό πρότυπο για το πώς μοιάζει η ζεστασιά, η ασφάλεια, η τρυφερότητα και η συναισθηματική διαθεσιμότητα. Έτσι, παλιά μοτίβα μπορεί να επιστρέφουν με διαφορετικές μορφές: μέσα από σύγκριση, άρνηση, τελειομανία, υπερβολική αυστηρότητα, αποφυγή του ίδιου του γονεϊκού ρόλου ή την απαίτηση τα παιδιά να είναι «δυνατά» και να μη χρειάζονται πολλά. Η δυσλειτουργία δεν μεταδίδεται απαραίτητα επειδή κάποιος θέλει να βλάψει, αλλά επειδή συχνά αναπαράγει ασυνείδητα ό,τι έμαθε για την αγάπη, τη φροντίδα και τη σχέση. Το «κατά μάνα – κατά κόρη» δεν είναι λοιπόν απλή μίμηση, είναι μνήμη, σχέση και ιστορία που συνεχίζει να δρα μέσα μας ακόμη κι όταν πιστεύουμε ότι την έχουμε αφήσει πίσω.

Η αλλαγή αρχίζει όταν αυτά τα μοτίβα γίνονται ορατά και παύουν να λειτουργούν αυτόματα. Δεν χρειάζεται να «σπάσει» κανείς βίαια τον κύκλο, αλλά να τον μετακινήσει σταδιακά μέσα από αυτογνωσία, αυτοσυμπόνια, νέες συμπεριφορές και μεγαλύτερη ικανότητα να κρατά ταυτόχρονα τη δική του εμπειρία και εκείνη του παιδιού. Η επίγνωση μπορεί αρχικά να φέρει ντροπή, ενοχή ή μεταμέλεια, όμως ακριβώς εκεί ανοίγεται και η δυνατότητα για διαφορετική σχέση. Μικρές, σταθερές αλλαγές στη στάση και στην επικοινωνία μπορούν να δημιουργήσουν νέες εμπειρίες σύνδεσης και να επαναδιαμορφώσουν σταδιακά όσα κάποτε έμοιαζαν αναπόφευκτα. Γιατί η οικογενειακή κληρονομιά εξηγεί πολλά, αλλά δεν μας καταδικάζει να τα επαναλάβουμε. Το σημείο όπου πραγματικά αλλάζει η πορεία είναι η στιγμή που αρχίζουμε να βλέπουμε καθαρά τι κουβαλάμε, τι αναπαράγουμε και τι επιλέγουμε πλέον να κάνουμε διαφορετικά.

Το πλήρες άρθρο έχει δημοσιευτεί αρχικά στην Πύλη Ψυχολογίας – Psychology.gr.