Η υπερεξήγηση και η υπερβολική αποκάλυψη προσωπικών πληροφοριών δεν είναι πάντα απλές επικοινωνιακές συνήθειες. Συχνά συνδέονται με μια βαθύτερη ανάγκη να γίνουμε κατανοητοί, αποδεκτοί ή πιστευτοί και μπορεί να λειτουργούν ως παλιοί μηχανισμοί προστασίας. Όταν κάποιος έχει μεγαλώσει σε περιβάλλον όπου φοβόταν την τιμωρία, την παρεξήγηση, την απόρριψη ή την κακομεταχείριση, μπορεί να μάθει να εξηγεί υπερβολικά κάθε του κίνηση για να προλάβει τον θυμό ή να αποδείξει ότι «δεν έκανε κάτι κακό». Αυτός ο τρόπος επιβίωσης μπορεί να συνεχιστεί και στην ενήλικη ζωή, ακόμη κι όταν η αρχική απειλή δεν υπάρχει πια, επηρεάζοντας τις σχέσεις, την εργασία, τα προσωπικά όρια και την αίσθηση οικειότητας με τους άλλους.
Η αλλαγή δεν χρειάζεται να ξεκινήσει με αυτοκριτική ή με την προσπάθεια να «κόψουμε» απότομα τη συμπεριφορά. Χρειάζεται πρώτα να αναγνωρίσουμε πότε εμφανίζεται και τι προσπαθεί να προστατεύσει: φόβο ότι δεν θα μας πιστέψουν, άγχος ότι θα παρεξηγηθούμε, ανάγκη για αποδοχή ή δυσκολία να αντέξουμε τη σιωπή. Η ψυχοθεραπεία, η μεγαλύτερη επίγνωση και η καλλιέργεια πιο ασφαλών προσωπικών ορίων μπορούν σταδιακά να βοηθήσουν ώστε η έκφραση να γίνεται επιλογή και όχι αντίδραση φόβου. Η αυθεντικότητα δεν σημαίνει να λέμε τα πάντα σε όλους, αλλά να μπορούμε να επιλέγουμε συνειδητά τι μοιραζόμαστε, με ποιον και πότε. Ίσως, τελικά, η ισορροπία να βρίσκεται όχι στη σιωπή ούτε στην υπερβολή, αλλά στην ικανότητα να ακούμε πρώτα τι χρειάζεται μέσα μας να ειπωθεί.
Το πλήρες άρθρο έχει δημοσιευτεί αρχικά στην Πύλη Ψυχολογίας – Psychology.gr.