Το να γελάμε με τον εαυτό μας δεν σημαίνει ότι δεν παίρνουμε στα σοβαρά όσα νιώθουμε ή όσα μας συμβαίνουν. Συχνά σημαίνει ακριβώς το αντίθετο: ότι έχουμε αρκετή εσωτερική σταθερότητα ώστε να αντέχουμε την ατέλεια, την αμηχανία και τα λάθη μας χωρίς να καταρρέει η εικόνα που έχουμε για τον εαυτό μας. Το χιούμορ μπορεί να μειώσει την ένταση, να ενισχύσει τη σύνδεση με τους άλλους και να μας βοηθήσει να αποκτήσουμε απόσταση από όσα μας πιέζουν, ενώ ο αυτοσαρκασμός, όταν δεν μετατρέπεται σε αυτοϋποτίμηση, μπορεί να λειτουργήσει ως ένδειξη ψυχικής ευελιξίας και αυτοαποδοχής. Η δυνατότητα να πούμε «ναι, αυτό ήταν αστείο», ακόμη κι όταν αφορά εμάς, συχνά απελευθερώνει από την ανάγκη να είμαστε διαρκώς σωστοί, σοβαροί ή άψογοι.
Το ουσιαστικό όριο βρίσκεται στη διαφορά ανάμεσα στον υγιή αυτοσαρκασμό και στη χρόνια απαξίωση του εαυτού. Όταν το χιούμορ χρησιμοποιείται για να κρύψει ανασφάλεια, χαμηλή αυτοεκτίμηση ή την ανάγκη να προλάβουμε την κριτική των άλλων, μπορεί να γίνει άλλη μία μορφή άμυνας. Όταν όμως προκύπτει από έναν εαυτό που αντέχει να είναι ατελής, γίνεται γέφυρα προς περισσότερη οικειότητα, αυθεντικότητα και σύνδεση. Οι άνθρωποι συχνά πλησιάζουν περισσότερο όταν βλέπουν ο ένας στον άλλον κάτι αληθινό και ανθρώπινο, όχι μια άψογη εικόνα. Ίσως τελικά η ψυχική δύναμη να βρίσκεται και εκεί: στην ικανότητα να αποδεχόμαστε ότι είμαστε ατελείς, αμήχανοι και ευάλωτοι, χωρίς αυτό να μειώνει την αξία μας.
Το πλήρες άρθρο έχει δημοσιευτεί αρχικά στην Πύλη Ψυχολογίας – Psychology.gr.