Η αυτοϋπονόμευση συχνά μοιάζει παράλογη: γνωρίζουμε ότι μια σχέση μας πληγώνει, ότι η αναβλητικότητα μας εξαντλεί ή ότι μια συγκεκριμένη συμπεριφορά μάς οδηγεί ξανά στο ίδιο δυσάρεστο αποτέλεσμα, κι όμως επιστρέφουμε σε αυτή. Πίσω από αυτή την επανάληψη μπορεί να υπάρχουν ασυνείδητες συγκρούσεις, φόβος αποτυχίας ή απόρριψης και μια βαθιά ανάγκη να διατηρήσουμε την αίσθηση ελέγχου. Ο γνώριμος πόνος μπορεί να μοιάζει ασφαλέστερος από ένα άγνωστο, ακόμη και θετικό, ενδεχόμενο. Έτσι, συμπεριφορές που εξωτερικά φαίνονται αυτοκαταστροφικές μπορεί εσωτερικά να υπηρετούν έναν διαφορετικό σκοπό: να μας προστατεύουν από κάτι που κάποτε βιώσαμε ως ακόμη πιο απειλητικό. Η επιλογή ενός συναισθηματικά απόμακρου συντρόφου, η αναβολή μιας σημαντικής προσπάθειας ή η καταστροφή μιας σχέσης ακριβώς όταν αρχίζει να γίνεται ουσιαστική μπορεί να αποτελούν διαφορετικές εκφράσεις της ίδιας προσπάθειας να αποφύγουμε μια παλιά πληγή.

Η επανάληψη, όμως, δεν αφορά μόνο την ψυχολογική μας ιστορία. Ο εγκέφαλος μαθαίνει μέσα από όσα επαναλαμβάνουμε και το στρες μπορεί να ενισχύσει ακόμη περισσότερο γνώριμες αντιδράσεις επίθεσης, φυγής ή παγώματος, μετατρέποντάς τες σταδιακά σε σχεδόν αυτόματες διαδρομές. Η νευροπλαστικότητα προσφέρει ταυτόχρονα μια διαφορετική δυνατότητα: ό,τι έχει μαθευτεί μπορεί, μέσα από νέες και επαναλαμβανόμενες εμπειρίες, να αρχίσει να αλλάζει. Η ουσιαστική αλλαγή επομένως δεν έρχεται μόνο όταν κατανοούμε διανοητικά γιατί συμπεριφερόμαστε όπως συμπεριφερόμαστε, αλλά όταν αποκτούμε την εμπειρία ότι μπορούμε να υπάρξουμε διαφορετικά. Μέσα στη θεραπευτική σχέση, αλλά και μέσα σε ασφαλέστερους τρόπους σύνδεσης, ο άνθρωπος μπορεί σταδιακά να αντέξει την οικειότητα χωρίς να τη σαμποτάρει, την ηρεμία χωρίς να περιμένει τον κίνδυνο και την αγάπη χωρίς να προετοιμάζεται διαρκώς για την απόρριψη.

Το πλήρες άρθρο έχει δημοσιευτεί αρχικά στην Πύλη Ψυχολογίας – Psychology.gr.