Η σύγκριση είναι σχεδόν αναπόφευκτη. Από μικροί μαθαίνουμε να κοιτάμε τους άλλους για να κατανοήσουμε τον κόσμο, να αποκτήσουμε δεξιότητες και να διαμορφώσουμε την ταυτότητά μας. Το πρόβλημα αρχίζει όταν η παρατήρηση μετατρέπεται σε μέτρο προσωπικής αξίας και η ζωή του άλλου γίνεται ο καθρέφτης μέσα στον οποίο αποφασίζουμε αν είμαστε αρκετά καλοί, επιτυχημένοι ή ευτυχισμένοι. Στην εποχή των κοινωνικών δικτύων αυτή η διαδικασία γίνεται ακόμη πιο έντονη, καθώς συγκρίνουμε τη δική μας ολόκληρη, σύνθετη πραγματικότητα με επιλεγμένα στιγμιότυπα από τη ζωή των άλλων. Και σε αυτό το παιχνίδι είναι σχεδόν αδύνατο να κερδίσουμε: πάντα θα υπάρχει κάποιος που έχει περισσότερα, προχώρησε γρηγορότερα ή φαίνεται να τα καταφέρνει καλύτερα.

Η έξοδος από την παγίδα της σύγκρισης δεν σημαίνει ότι πρέπει να σταματήσουμε να παρατηρούμε τους άλλους, αλλά να αλλάξουμε τον τρόπο με τον οποίο τους κοιτάμε. Η επιτυχία κάποιου άλλου δεν αποτελεί απόδειξη της δικής μας αποτυχίας, όπως και η διαφορετική πορεία του δεν ακυρώνει τη δική μας. Μπορούμε να αφήσουμε τους ανθρώπους να γίνουν πηγή έμπνευσης αντί για μέτρο αυτοαξιολόγησης και να επιστρέψουμε την προσοχή στις δικές μας αξίες, επιθυμίες και δυνατότητες. Γιατί η ζωή δεν αποκτά αξία όταν γίνει καλύτερη από τη ζωή κάποιου άλλου. Αποκτά νόημα όταν μπορούμε να την αναγνωρίσουμε, να τη δημιουργήσουμε και τελικά να τη ζήσουμε ως πραγματικά δική μας.

Το πλήρες άρθρο έχει δημοσιευτεί αρχικά στην Πύλη Ψυχολογίας – Psychology.gr.