Η επιθυμία για εκδίκηση σπάνια γεννιέται απλώς από κακία. Συνήθως εμφανίζεται όταν κάποιος έχει πληγωθεί βαθιά, έχει προδοθεί ή αδικηθεί και νιώθει ότι μαζί με την εμπιστοσύνη του έχει κλονιστεί και κάτι από την αίσθηση της αξίας και της ασφάλειάς του. Τότε η σκέψη «θέλω να πονέσει όπως πόνεσα» μπορεί να μοιάζει με έναν τρόπο αποκατάστασης της ισορροπίας: αν ο άλλος υποφέρει, ίσως ο δικός μας πόνος γίνει μικρότερος. Όμως η εκδίκηση συχνά κάνει ακριβώς το αντίθετο. Κρατά την προσοχή στραμμένη στην πληγή, τροφοδοτεί τον θυμό και τον μηρυκασμό και διατηρεί έναν ισχυρό ψυχικό δεσμό με εκείνον που μας πλήγωσε. Έτσι, αυτό που υπόσχεται απελευθέρωση μπορεί τελικά να γίνει ένας ακόμη τρόπος να παραμένουμε εγκλωβισμένοι στο ίδιο γεγονός.

Η υπέρβαση της εκδίκησης δεν σημαίνει ότι ξεχνάμε, δικαιολογούμε την αδικία ή παραιτούμαστε από τα όριά μας. Σημαίνει ότι αρνούμαστε να αφήσουμε αυτό που μας συνέβη να συνεχίσει να καθορίζει το ποιοι είμαστε και πώς θα ζήσουμε από εδώ και πέρα. Η ουσιαστική αποκατάσταση αρχίζει όταν η ερώτηση μετακινείται από το «πώς θα πληρώσει;» στο «πώς θα θεραπευτώ εγώ;» και η ενέργεια που διοχετευόταν στην ανταπόδοση επιστρέφει στην αυτοεκτίμηση, στο πένθος, στην προσωπική εξέλιξη και στη ζωή. Ίσως τελικά η μεγαλύτερη δύναμη να μην βρίσκεται στο να μπορούμε να πληγώσουμε εκείνον που μας πλήγωσε, αλλά στο να φτάσουμε στο σημείο όπου δεν χρειαζόμαστε πια να το κάνουμε για να αισθανθούμε ξανά ολόκληροι.

Το πλήρες άρθρο έχει δημοσιευτεί αρχικά στην Πύλη Ψυχολογίας – Psychology.gr.