Η μαθημένη αβοηθητότητα δεν εμφανίζεται επειδή ένας άνθρωπος δεν έχει ικανότητες, θέληση ή δύναμη. Αναπτύσσεται όταν, ύστερα από επαναλαμβανόμενες εμπειρίες αποτυχίας, απόρριψης ή απώλειας ελέγχου, αρχίζει να πιστεύει ότι καμία προσπάθεια δεν μπορεί να αλλάξει το αποτέλεσμα. Τότε η παραίτηση παύει να είναι μια στιγμιαία αντίδραση και γίνεται τρόπος σκέψης: «δεν έχει νόημα να προσπαθήσω», «τίποτα δεν αλλάζει», «δεν μπορώ να κάνω κάτι». Αυτό μπορεί να εμφανιστεί στο σχολείο, στην εργασία, στις σχέσεις, στην ασθένεια ή σε περιόδους κοινωνικής αβεβαιότητας, επηρεάζοντας το κίνητρο, την αυτοεκτίμηση, την ελπίδα και τελικά την ίδια την αίσθηση προσωπικής επιρροής πάνω στη ζωή.
Η έξοδος από την αβοηθητότητα δεν απαιτεί να αποκτήσουμε ξαφνικά έλεγχο πάνω στα πάντα, αλλά να ξαναβρούμε την εμπειρία ότι κάτι μπορούμε να επηρεάσουμε. Η διαφορά ανάμεσα στην αποδοχή και στην παραίτηση βρίσκεται ακριβώς εκεί: η αποδοχή αναγνωρίζει τα όρια της πραγματικότητας, ενώ η αβοηθητότητα γενικεύει την αίσθηση ότι καμία δράση δεν έχει αξία, ακόμη και όταν υπάρχουν δυνατότητες αλλαγής. Μικρές επιτυχίες, επαναπροσδιορισμός των αρνητικών πεποιθήσεων, υποστήριξη και θεραπευτική δουλειά μπορούν σταδιακά να αποκαταστήσουν την αυτοαποτελεσματικότητα και την ελπίδα. Γιατί η πραγματική αλλαγή συχνά δεν ξεκινά από ένα μεγάλο άλμα, αλλά από τη στιγμή που ο άνθρωπος αρχίζει ξανά να πιστεύει ότι ένα μικρό βήμα μπορεί ακόμη να κάνει διαφορά.
Το πλήρες άρθρο έχει δημοσιευτεί αρχικά στην Πύλη Ψυχολογίας – Psychology.gr.