Το ερώτημα αν υπάρχουν πραγματικά «κακοί άνθρωποι» ή άνθρωποι που, κάτω από συγκεκριμένες συνθήκες, μπορούν να κάνουν κακές πράξεις ανοίγει μια πολύ πιο σύνθετη συζήτηση για την ανθρώπινη φύση. Η βία, η επιθετικότητα και η σκληρότητα δεν προκύπτουν από μία και μοναδική αιτία ούτε αποτελούν απαραίτητα σταθερά χαρακτηριστικά μιας προσωπικότητας. Η ανάγκη για προσωπικό όφελος, ο απειλούμενος εγωισμός, ο φόβος, ο θυμός, η εκδίκηση, η ιδεολογία, η επιρροή της ομάδας και οι κοινωνικές συνθήκες μπορούν να μετακινήσουν τη συμπεριφορά πολύ πέρα από εκεί που κάποιος πίστευε ότι θα έφτανε. Ιδιαίτερα σημαντικό είναι ότι οι άνθρωποι που προκαλούν βλάβη σπάνια αντιλαμβάνονται τον εαυτό τους ως «κακό». Συχνά δικαιολογούν τις πράξεις τους, ελαχιστοποιούν τις συνέπειές τους ή κατασκευάζουν μια αφήγηση μέσα στην οποία εκείνοι είναι τα θύματα, οι αδικημένοι ή εκείνοι που απλώς «αμύνθηκαν».
Η διάκριση, επομένως, ανάμεσα στους «καλούς» και τους «κακούς» ανθρώπους μπορεί να είναι πολύ πιο επικίνδυνα απλουστευτική απ’ όσο φαίνεται. Η ανθρώπινη συμπεριφορά διαμορφώνεται μέσα από μια συνεχή αλληλεπίδραση βιολογικών προδιαθέσεων, εμπειριών ζωής, κοινωνικών σχέσεων, πολιτισμικών επιρροών, αυτοελέγχου και συγκεκριμένων περιστάσεων. Η ενσυναίσθηση, η συμπόνια και η ικανότητα σύνδεσης μπορούν να λειτουργήσουν προστατευτικά, όπως αντίστοιχα η αποσύνδεση από τον άλλον μπορεί να κάνει ευκολότερη την πρόκληση βλάβης. Το ουσιαστικό ερώτημα, λοιπόν, ίσως δεν είναι ποιοι άνθρωποι είναι καλοί και ποιοι κακοί, αλλά τι είναι αυτό που, σε διαφορετικές στιγμές και συνθήκες, μας φέρνει πιο κοντά στη μία ή στην άλλη πλευρά και πόσο σταθερή είναι τελικά η γραμμή που πιστεύουμε ότι τις χωρίζει.
Το πλήρες άρθρο έχει δημοσιευτεί αρχικά στην Πύλη Ψυχολογίας – Psychology.gr.