Υπάρχουν εμπειρίες της παιδικής ηλικίας που μπορεί να φαίνονται μικρές ή ασήμαντες στους άλλους, αλλά να εγγράφονται βαθιά στον τρόπο με τον οποίο ένα παιδί μαθαίνει να αισθάνεται, να εκφράζεται και να σχετίζεται. Όταν η φωνή του δεν βρίσκει χώρο, όταν το συναίσθημά του αγνοείται ή όταν η ασφάλεια συνδέεται με τη σιωπή, μπορεί σταδιακά να δημιουργηθεί ένα εσωτερικό μοτίβο «παγώματος». Αυτό που αρχικά λειτουργεί ως προστασία απέναντι στην απόρριψη, στον έλεγχο ή στην αίσθηση αποκλεισμού, μπορεί αργότερα να μεταφερθεί στην ενήλικη ζωή και να επηρεάσει την ικανότητα του ανθρώπου να κλαίει, να εκφράζει αγάπη, να ζητά, να διεκδικεί και να συνδέεται βαθιά με τους άλλους.

Το «παγωμένο παιδί» δεν είναι ένα κομμάτι που έμεινε απλώς στο παρελθόν, αλλά ένας παλιός τρόπος προστασίας που συνεχίζει να ενεργοποιείται ακόμη κι όταν ο αρχικός κίνδυνος έχει πια περάσει. Η συναισθηματική σιωπή δεν σημαίνει απουσία συναισθήματος, συχνά σημαίνει ότι κάποτε η έκφραση δεν ήταν ασφαλής ή δυνατή. Αυτά τα μοτίβα μπορούν να επηρεάσουν τις σχέσεις, την αυτοεικόνα, την ενσυναίσθηση και τις επιλογές μας, χωρίς όμως να είναι αμετάβλητα. Όταν αρχίζουμε να αναγνωρίζουμε από πού προέρχεται η σιωπή, να δίνουμε νόημα σε όσα κάποτε δεν μπορούσαν να ειπωθούν και να επιτρέπουμε στα συναισθήματα να αποκτούν ξανά χώρο, κάτι μπορεί σταδιακά να μετακινηθεί. Γιατί ό,τι μάθαμε για να προστατευτούμε, δεν χρειάζεται να συνεχίσει να μας περιορίζει για πάντα.

Το πλήρες άρθρο έχει δημοσιευτεί αρχικά στην Πύλη Ψυχολογίας – Psychology.gr.