Η βαθιά απώλεια δεν βιώνεται μόνο ψυχικά. Μπορεί να περάσει στο σώμα, να επηρεάσει το νευρικό σύστημα, τις ορμόνες του στρες και ακόμη και τη λειτουργία της καρδιάς. Το Σύνδρομο Ραγισμένης Καρδιάς, ή μυοκαρδιοπάθεια Takotsubo, αποτελεί ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα του πόσο στενά συνδέονται η συναισθηματική εμπειρία και η βιολογία. Ένας αιφνίδιος θάνατος, ένας χωρισμός, μια προδοσία ή ένα τραυματικό γεγονός μπορούν να προκαλέσουν έντονη σωματική αντίδραση, με συμπτώματα που μοιάζουν ακόμη και με έμφραγμα. Η απώλεια, όμως, δεν αφορά μόνο τον άνθρωπο που χάθηκε. Αφορά και τη σχέση, τις κοινές συνήθειες, τις μελλοντικές προσδοκίες, την αίσθηση ασφάλειας και ένα κομμάτι της ταυτότητας που είχε διαμορφωθεί μέσα σε αυτόν τον δεσμό.
Η επούλωση δεν σημαίνει να ξεχάσουμε ούτε να επιστρέψουμε γρήγορα σε μια προηγούμενη εκδοχή του εαυτού μας. Σημαίνει να δώσουμε χρόνο στο σώμα και στην ψυχή να προσαρμοστούν σε μια πραγματικότητα που έχει αλλάξει. Η κοινωνική σύνδεση, η υποστήριξη, η ενσυνειδητότητα, η φροντίδα του σώματος και κυρίως η αυτοσυμπόνια μπορούν να λειτουργήσουν προστατευτικά, επειδή ο άνθρωπος δεν είναι φτιαγμένος να αντέχει μόνος του το βάρος της απώλειας. Μια «ραγισμένη καρδιά» δεν είναι ένδειξη αδυναμίας, αλλά το αποτύπωμα ενός σημαντικού δεσμού. Ίσως, τελικά, η θεραπεία να μην βρίσκεται στο να κλείσει εντελώς η ρωγμή, αλλά στο να μάθουμε να ζούμε μαζί της, επιτρέποντας στη ζωή να αποκτήσει ξανά νόημα χωρίς να ακυρώνει όσα αγαπήσαμε.
Το πλήρες άρθρο έχει δημοσιευτεί αρχικά στην Πύλη Ψυχολογίας – Psychology.gr.