Το παρελθόν δεν αλλάζει ως γεγονός, αλλά μπορεί να αλλάξει βαθιά ο τρόπος με τον οποίο το κουβαλάμε. Οι πρώτες ιστορίες που δημιουργούμε για όσα μας συνέβησαν, ιδιαίτερα όταν είμαστε παιδιά, δεν είναι πάντα αντικειμενικές ή ακριβείς· συχνά γεννιούνται μέσα από φόβο, ενοχή, αδυναμία ή την ανάγκη να εξηγήσουμε κάτι που τότε δεν μπορούσαμε να κατανοήσουμε. Έτσι, ένα παιδί μπορεί να πιστέψει ότι ευθύνεται για έναν χωρισμό, ότι δεν άξιζε αρκετή αγάπη ή ότι κάποια απώλεια προκλήθηκε από δικό του λάθος. Αυτές οι ερμηνείες μπορεί να μας ακολουθούν για χρόνια, όχι επειδή τα γεγονότα επαναλαμβάνονται, αλλά επειδή συνεχίζουμε να τους δίνουμε το ίδιο νόημα. Οι αναμνήσεις, όμως, δεν λειτουργούν σαν φωτογραφίες· κάθε φορά που ανακαλούνται επηρεάζονται από όσα έχουμε μάθει, από τις εμπειρίες που ακολούθησαν και από τον άνθρωπο που έχουμε γίνει.

Η θεραπευτική αλλαγή δεν σημαίνει να διαγράψουμε ή να ωραιοποιήσουμε το παρελθόν, αλλά να επιστρέψουμε σε αυτό με τα μάτια του σημερινού εαυτού και να επανεξετάσουμε το νόημα που του αποδώσαμε. Τεχνικές όπως η επαναπαγίωση της μνήμης και το imagery rescripting δείχνουν ότι μια δύσκολη ανάμνηση μπορεί να αποκτήσει νέα συναισθηματική σημασία, χωρίς να αλλοιωθεί το γεγονός που συνέβη. Έτσι, αυτό που κάποτε συνδέθηκε αποκλειστικά με αδυναμία, ενοχή ή απελπισία μπορεί σταδιακά να ενταχθεί σε μια πιο σύνθετη αφήγηση που περιλαμβάνει κατανόηση, ανθεκτικότητα και προσωπική εξέλιξη. Ίσως, λοιπόν, το πραγματικό ερώτημα δεν είναι αν μπορούμε να αλλάξουμε το παρελθόν, αλλά ποια ιστορία συνεχίζουμε να λέμε γι’ αυτό και αν αυτή η ιστορία εξακολουθεί να μας κρατά εγκλωβισμένους σε μια παλιά εκδοχή του εαυτού μας.

Το πλήρες άρθρο έχει δημοσιευτεί αρχικά στην Πύλη Ψυχολογίας – Psychology.gr.