Το πένθος δεν αφορά μόνο τον θάνατο. Μπορεί να εμφανιστεί όταν τελειώνει μια σχέση, όταν χάνεται μια δουλειά, όταν αλλάζει το σώμα, όταν διαλύεται μια αίσθηση ασφάλειας ή όταν καταρρέει το μέλλον που είχαμε φανταστεί. Σε αυτές τις περιπτώσεις δεν χάνεται μόνο κάτι εξωτερικό, αλλά και ένα κομμάτι της ταυτότητας, της καθημερινότητας και της αφήγησης πάνω στην οποία είχαμε στηρίξει τη ζωή μας. Από μια συστημική οπτική, πενθούμε όχι μόνο το πρόσωπο ή την κατάσταση που χάθηκε, αλλά και ολόκληρο το δίκτυο σχέσεων, ρόλων, συνηθειών και νοημάτων που υπήρχε γύρω από αυτήν. Γι’ αυτό και οι μη θανατηφόρες απώλειες μπορεί να είναι εξίσου βαθιές, παρότι συχνά δεν αναγνωρίζονται κοινωνικά και αφήνουν τον άνθρωπο να πενθεί σιωπηλά, χωρίς τελετουργίες, χωρίς συλλυπητήρια και χωρίς την αίσθηση ότι ο πόνος του «δικαιούται» χώρο.

Η προσαρμογή στην απώλεια δεν είναι γραμμική ούτε σημαίνει ότι κάποια στιγμή «τελειώνει» το πένθος. Συχνά κινείται σαν κύμα ανάμεσα στην επαφή με τον πόνο και στην προσπάθεια να ξαναχτιστεί η καθημερινότητα, ενώ η νοηματοδότηση βοηθά το άτομο να εντάξει αυτό που έχασε σε μια νέα εκδοχή της ζωής και της ταυτότητάς του. Δεν χρειάζεται να επιστρέψει κανείς όπως ήταν πριν ούτε να ξεχάσει για να προχωρήσει. Χρειάζεται χώρο, χρόνο, παρουσία και σχέσεις που μπορούν να αντέξουν τη θλίψη χωρίς να τη διορθώνουν. Η απώλεια μπορεί να αλλάξει οριστικά τον κόσμο μας, αλλά μέσα από αυτή τη διαδικασία μπορεί να γεννηθεί μια πιο ώριμη, πιο αληθινή και διαφορετική σχέση με τον εαυτό, τους άλλους και τη ζωή.

Το πλήρες άρθρο έχει δημοσιευτεί αρχικά στην Πύλη Ψυχολογίας – Psychology.gr.