Ο πόλεμος δεν τραυματίζει μόνο εκείνους που βρίσκονται στο πεδίο της σύγκρουσης. Η ψυχική του επίδραση απλώνεται σε όσους μένουν πίσω, σε όσους αναγκάζονται να φύγουν, στα παιδιά που μεγαλώνουν μέσα στον φόβο και στους συγγενείς που παρακολουθούν από μακριά χωρίς να μπορούν να προστατεύσουν αυτούς που αγαπούν. Η διαρκής απειλή μπορεί να κρατά το νευρικό σύστημα σε συνεχή ενεργοποίηση, να προκαλεί υπερεπαγρύπνηση, αϋπνία, άγχος, μούδιασμα και αίσθηση αδυναμίας. Για τους πρόσφυγες, η απώλεια δεν αφορά μόνο ένα σπίτι ή μια χώρα, αλλά και την αίσθηση του ανήκειν, την καθημερινότητα, την ταυτότητα και το μέλλον που είχαν φανταστεί. Για εκείνους που βρίσκονται μακριά, η απόσταση δεν μειώνει απαραίτητα τον πόνο· μπορεί να τον εντείνει, δημιουργώντας ενοχή, αγωνία και μια βασανιστική ανάγκη να ελέγξουν κάτι που δεν μπορούν να επηρεάσουν.
Η ψυχική αντοχή σε συνθήκες πολέμου δεν σημαίνει απουσία φόβου ή πένθους, αλλά τη δυνατότητα να παραμένει κάποιος συνδεδεμένος με ανθρώπους, νόημα και μικρές πράξεις που αποκαθιστούν την αίσθηση agency και ασφάλειας. Η σταθερή επικοινωνία, η προστασία από την υπερβολική έκθεση σε τραυματικές εικόνες, η αποδοχή των συναισθημάτων και η υποστήριξη από άλλους μπορούν να λειτουργήσουν προστατευτικά. Ο τόπος, η μνήμη και οι δεσμοί συνεχίζουν να υπάρχουν μέσα μας ακόμη κι όταν όλα γύρω έχουν αλλάξει. Ίσως τελικά ο πόλεμος να μην τελειώνει τη στιγμή που σταματούν οι βομβαρδισμοί, αλλά όταν ο άνθρωπος αρχίζει ξανά να νιώθει ότι μπορεί να κατοικήσει με ασφάλεια μέσα στη ζωή του και να παραμένει συνδεδεμένος χωρίς να κατακλύζεται από τον φόβο.
Το πλήρες άρθρο έχει δημοσιευτεί αρχικά στην Πύλη Ψυχολογίας – Psychology.gr.