Οι γιορτές συχνά ξυπνούν πολύ περισσότερα από αναμνήσεις. Μπορεί να επαναφέρουν παλιούς οικογενειακούς ρόλους, ενοχές, προσδοκίες και τρόπους συμπεριφοράς που πιστεύαμε ότι είχαμε αφήσει πίσω μας. Ένας ενήλικας που στην καθημερινότητά του είναι ανεξάρτητος και σίγουρος μπορεί, μόλις επιστρέψει στο πατρικό σπίτι, να ξαναβρεθεί στη θέση του «καλού παιδιού», εκείνου που δεν απογοητεύει, που φροντίζει τους άλλους, που αποφεύγει τη σύγκρουση ή προσπαθεί να κρατά την ισορροπία μέσα στην οικογένεια. Δεν είναι απαραίτητα ένδειξη αδυναμίας ή οπισθοδρόμησης. Είναι οι παλιές συστημικές δυναμικές που ενεργοποιούνται ξανά μέσα από γνώριμους χώρους, μυρωδιές, τόνους φωνής και οικογενειακές προσδοκίες. Γι’ αυτό και η ενοχή του «πρέπει να πάω», «θα στεναχωρηθούν» ή «είναι καθήκον μου» μπορεί να αφορά λιγότερο την αγάπη και περισσότερο έναν ρόλο που διαμορφώθηκε πολύ πριν υπάρξει η σημερινή ενήλικη επιλογή.

Η ουσιαστική αλλαγή δεν σημαίνει ότι πρέπει να απομακρυνθούμε από την οικογένεια ούτε ότι οφείλουμε να ακολουθήσουμε τις παλιές προσδοκίες. Σημαίνει να ανακτήσουμε την αίσθηση επιλογής και να παρατηρήσουμε ποιον ρόλο αναλαμβάνουμε αυτόματα κάθε φορά που επιστρέφουμε. Μικρά, καθαρά όρια, λίγος χρόνος για παύση, μεγαλύτερη επίγνωση των συναισθηματικών μας αντιδράσεων και μια πιο συμπονετική στάση προς τον εαυτό μπορούν να βοηθήσουν ώστε να παραμένουμε συνδεδεμένοι χωρίς να χανόμαστε μέσα στην παλιά δυναμική. Η οικογένεια μπορεί να συνεχίσει να μας «τραβά» προς το γνώριμο, αλλά ως ενήλικες έχουμε πλέον τη δυνατότητα να αποφασίσουμε πώς θέλουμε να υπάρχουμε μέσα σε αυτήν. Ίσως τελικά το πιο σημαντικό ερώτημα δεν είναι αν θα επιστρέψουμε στο πατρικό για τις γιορτές, αλλά ποιο κομμάτι του εαυτού μας επιστρέφει μαζί μας κάθε φορά.

Το πλήρες άρθρο έχει δημοσιευτεί αρχικά στην Πύλη Ψυχολογίας – Psychology.gr.