Η μετανάστευση δεν είναι μόνο μια αλλαγή χώρας, μια νέα δουλειά ή η αρχή μιας διαφορετικής καθημερινότητας. Πίσω από την εικόνα της «επιτυχίας στο εξωτερικό» μπορεί να υπάρχουν οικονομική ανασφάλεια, αβεβαιότητα, κοινωνική απομόνωση, μοναξιά, πίεση από τις προσδοκίες των ανθρώπων που έμειναν πίσω και μια βαθιά αίσθηση ότι ο άνθρωπος βρίσκεται διαρκώς ανάμεσα σε δύο ζωές. Όταν η πραγματικότητα της νέας χώρας απέχει σημαντικά από εκείνη που είχε φανταστεί, η απογοήτευση δεν αφορά μόνο μια δουλειά που δεν βρέθηκε ή μια καθημερινότητα που δεν εξελίχθηκε όπως περίμενε. Μπορεί να αγγίξει την ταυτότητα, την αυτοεκτίμηση, τις σχέσεις και ολόκληρη την προσωπική αφήγηση γύρω από το «γιατί έφυγα» και «τι περίμενα να βρω». Τότε το «πού ανήκω;» παύει να είναι απλώς ένα ερώτημα τόπου και γίνεται ερώτημα εαυτού, καθώς ο άνθρωπος μπορεί να αισθάνεται ότι δεν είναι πια ακριβώς εκείνος που ήταν πριν φύγει, αλλά ούτε έχει γίνει ακόμη εκείνος που πίστευε ότι θα γίνει στη νέα χώρα.
Η προσαρμογή όμως, δεν σημαίνει ότι χρειάζεται να απορρίψει κανείς την προηγούμενη ζωή του για να μπορέσει να δημιουργήσει μια καινούργια, ούτε ότι πρέπει να αποδείξει πως η επιλογή της μετανάστευσης «πέτυχε». Σημαίνει περισσότερο να μπορέσει να ενσωματώσει αυτό που υπήρξε με αυτό που σταδιακά γίνεται, να δημιουργήσει νέες σχέσεις και σημεία αναφοράς, να αναγνωρίσει μικρές καθημερινές επιτυχίες και να χτίσει ξανά μια αίσθηση σύνδεσης και ανήκειν. Αυτή η διαδικασία αφορά όχι μόνο το άτομο, αλλά και το ζευγάρι και την οικογένεια, καθώς η μετανάστευση μπορεί να αλλάξει ρόλους, οικονομικές ισορροπίες, σχέσεις εξάρτησης και αυτονομίας και τον τρόπο με τον οποίο τα μέλη βλέπουν τον εαυτό τους και ο ένας τον άλλο. Γιατί τελικά δεν αλλάζουμε απλώς χώρα, επαναδιαπραγματευόμαστε τι σημαίνει «σπίτι», ποιοι είναι οι «δικοί μας άνθρωποι» και πώς μπορούμε να δημιουργήσουμε χώρο και για όσα αφήσαμε πίσω και για όσα ακόμη μπορούμε να χτίσουμε μπροστά μας.
Το πλήρες άρθρο έχει δημοσιευτεί αρχικά στην Πύλη Ψυχολογίας – Psychology.gr.